ἑρκίον

ἑρκίον
fence
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερκίον — ἑρκίον, τὸ (Α) [έρκος] 1. ο περίβολος, το περίφραγμα τής αυλής, αυλόγυρος, μάντρα, προστατευτικό έργο 2. η κατοικία …   Dictionary of Greek

  • ἑρκία — ἑρκίον fence neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρκίοις — ἑρκίον fence neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρκίου — ἑρκίον fence neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρκίῳ — ἑρκίον fence neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρκος — ἕρκος, τὸ (AM) φραγμός μσν. κιγκλίδωμα στη βάση τής κλίμακας τού άμβωνα αρχ. 1. περίβολος, φράκτης κήπων ή αμπελώνων 2. ο αυλόγυρος* 3. η αυλή τού σπιτιού 4. το όστρακο που περικλείει την πίννα 5. τείχος για υπεράσπιση, προμαχώνας 6. το δίχτυ, ο… …   Dictionary of Greek

  • ἑρκίων — ἕρκος fence neut gen pl (doric) ἑρκίον fence neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.